Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (7).

Είδαν κι αποείδαν οι Φράγκοι ότι τον Λικάριο δεν μπορούσαν να τον κάνουν καλά πολεμικώς, δηλαδή με τη βία και μηχανεύτηκαν σχέδιο απλούστατο και (συνήθως) αποτελεσματικό ανά τους αιώνας.
Πιάνουν τους Βυζαντινούς, τους λένε, "θα τον φάει το μαύρο φίδι τον δικό σας, έχετε κάποια ένστασις επί του θέματος"; Οι Βυζαντινοί δεν πολυνοιάζονταν πλέον καθόσον ο Λικάριο τούς είχε κάνει τη δουλειά και όλη η Εύβοια (πλην Νεγκροπόντε) ήταν πια στο χέρι τους.
Λένε: "κάντε ό,τι καταλαβαίνετε, αλλά εμείς δεν μπλεκόμαστε".
_Μερσί, απήντησαν οι σιδερόφρακτοι και έγινε το ντηλ...

Ρίχνουν στον Λικάριο που -για να λέμε την αλήθεια το τραβούσε κι εκείνου η όρεξή του- νεαρά τινά ονόματι Τιορίνα, Βενετσιάνα και περπατημένη παρά το άδολον του ύφους της.
Ε ο συμπαθής Ικάριος που είχε κάνει πια τα χιλιόμετρά του, δεν ήταν και στα πρώτα νειάτα, προσεβλήθει από γεροντοέρωτα άφθονο και δεν είχε μάτια γι άλλη που λέει κι ο λαός μας.

Μίαν ωραίαν πρωΐαν η Τιορίνα ρίχνει στο "κοντινένταλ μπρέκφαστ" του Λικάριο κάτι το δηλητηριώδες. Βραδείας όμως δράσεως. Τόσο βραδείας όσο να προλάβει η ίδια να προφασιστεί δουλειές στην Χαλκίδα και να την κάνει από το Κάστρο των Φύλλων. (Στο οποίο για να πας θα πάρεις τον δρόμο που από Χαλκίδα, οδηγεί για Ερέτρια και στο Λιλάντιο Πεδίο θα στρίψεις αριστερά πάνω όπως σε στέλνουν οι σχετικές πινακίδες για Φύλλα. Θα περάσεις δυο πύργους, δίδυμους και αντικριστούς, προπύργια μάλλον του Κάστρου του Λικάριο που βρίσκονται στο αμέσως προηγούμενο χωριό, θα μπεις στα Φύλλα και βγαίνοντας από την άλλη πλευρά, αμέσως μετά το νεκροταφείο, θα δεις στ' αριστερά σου ένα μικρό δρόμο που οδηγεί ακριβώς στο κάστρο και στην υπέροχη θέα όλου του Λιλαντίου Πεδίου και του Νότιου Ευβοϊκού).

...............................................
Έτσι μάς άφησε χρόνους ο Λικάριο, προς χαρά των εχθρών του και αδιαφορία των φίλων του. Διότι -όπως λέει κι ο Τσιφόρος- έτσι είναι οι Λικάριοι, καλοί-καλοί όσο μάς κάνουν τη δουλειά μας, αλλά ύστερα μην τους είδατε και μην τους απαντήσατε, αναλώσιμοι όπως θα λέγαμε σήμερα....


(Τέλος)

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (6).

Η δεύτερη φάπα έλαβε χώρα στη Βατώντα, δηλαδή στη σημερινή Νέα Αρτάκη που έχει κάτι ουζερί για θαλασσινά να γλύφεις τα δάχτυλά σου.

Αυτή τη φορά ήταν ο Λικάριο που αποφάσισε να επιτεθεί εναντίων του κέντρου της φράγκικης διοίκησης της Ευβοίας, της Χαλκίδας. Οι φραγκοβενετσιάνοι συνασπισμένοι ετοίμασαν αντίσταση. Ήρθαν από το πριγκιπάτο της Αχαΐας, δηλαδή του Μορέως, ήρθε ο Σιριωάννης από το Δουκάτο των Αθηνών κι ο ορθόδοξος ηγεμόνας των Νέων Πατρών, δηλαδή της Υπάτης, ο Ιωάννης ο Νόθος, συνέπραξε με του Δίφραγκους και του Βενετσιάνους και σταμάτησε τον στρατό που το Βυζάντιο έστελνε προς βοήθεια του Λικάριο στη μάχη των Φαρσάλων. Μάλιστα κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον έναν από τους δύο Βυζαντινούς στρατηγούς, τον Συναδινό και να σκοτώσει τον άλλον, τον Καβαλλάριο.


Στη Βατώντα όμως ο μονσίρ Λικάριο σάπισε στο ξύλο τους Φράγκους και μάλιστα έπιασε αιχμαλώτους τους ηγέτες τους, τον Σιριωάννη, Δούκα των Αθηνών και τον Γκιμπέρτο ντα Βερώνα, ήτοι τον ηγεμόνα τριτημόριο της Χαλκίδας, το πρώην αφεντικό του, όταν στα νειάτα του είχε πιάσει δουλειά ο Λικάριο σαν μισθοφόρος στην αυλή του, τον ίδιον αυτόν που είχε λυσσάξει να ακυρώσει τον γάμο του Λικάριο με την Φελίζα. Τους τσακώνει και τους πάει μέχρι την Πόλη, στον αυτοκράτορα.


Και ο μεν Γκιμπέρτο έσκασε απ’ το κακό, τού ‘ρθε ένας νταμπλάς και μας άφησε χρόνους, ο δε Σιριωάννης το χειρίστηκε αλλιώς. Γέρος άνθρωπος ήταν, τα ρευματικά τον είχαν σφίξει, από χρήμα να φαν κι οι κότες, λέει «να σας σενιάρω με τριάντα χιλιάδες χρυσά νομίσματα και να μ’ αφήσετε να πάω στο σπιτάκι μου στην Πλάκα;». Τη δόξαν πολύ εμίσησαν, το χρήμα ουδείς ή το αντίθετο, δεν θυμάμαι, πάντως οι βυζαντινοί έκαναν παντελόνι τα λύτρα του Δουκός των Αθηνών και τον αμόλησαν. Ένα χρόνο μετά μας άφησε κι αυτός χρόνους, ευδοκίμως τελευτήσας.


Κλείστηκαν μετά τη Μάχη της Βατώντας οι Φράγκοι στη Χαλκίδα κι έτσι ο Λικάριο δεν κατάφερε να εκπορθήσει το Κάστρο του Νεγκρεπόντε, αλλά απ’ το γινάτι του δεν άφησε κανένα άλλο στο οποίο να μην βάλει χέρι. Βάση του έγινε του Κάστρο Λα Βίλλα, λίγα χιλιόμετρα νοτίως της πρωτευούσης του νησιού, στο Λιλάντιο Πεδίο. Εδώ οργανώθηκε και ανάγκασε τους Φράγκους να μην μπορούν να το κουνήσουν ρούπι απ’ το Νεγκροπόντε. Ούτε και κανένας άλλος δηλαδή μπορούσε να κυκλοφορήσει ελεύθερα χωρίς την άδεια του Λικάριο που από το Λα Βίλλα κουμαντάριζε όλο το νησί.

Σήμερα το χωριό που βρίσκονται τα ερείπια του κάστρου λέγεται Φύλλα. Η λέξη «Φύλλα» ίσως είναι παραφθορά του «Λα Βίλλα» ή μπορεί να συμβαίνει και το ανάποδο, η περιοχή να λεγόταν ήδη από τότε Φύλλα και οι φράγκο-ιταλόφωνοι να το μετέτρεψαν σε «Βίλλα». Να πας εκεί είναι πολύ εύκολο και η θέα απ’ το κάστρο αξίζει γύρω στα 30 χιλιάδες χρυσά νομίσματα, όσα δηλαδή έδωσε ο Δουξ της Αθήνας για να την σκαπουλάρει...

(συνεχίζεται)

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (5).

Προφανώς οι Φράγκοι μετά από όλα τούτα δεν μπορούσαν να κάτσουν με σταυρωμένα τα χέρια. Σου λέει δεν θα βγάλουμε άκρη μ’ αυτόν τον κερατά. Το σύστημα τότε λειτουργούσε ως εξής: Υπήρχε ένας ηγεμόνας κεφάλι και προεξάρχων όλων των υπολοίπων. Αυτό βεβαίως μόνο θεωρητικώς, διότι κάθε φεουδάρχης, είτε κόμης ήταν ή δούκας ή μαρκήσιος ή πρίγκηψ, είχε ουσιαστικώς απόλυτη εξουσία επί του φέουδού του.

Υπήρχε όμως μια ηθική και νομική να την πούμε υποχρέωση υπαγωγής του μικρότερου, του λιγότερου σημαντικού σε τίτλους και εδάφη, στον αμέσως μεγαλύτερό του. Έτσι όταν στα 1204 έγινε η Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους και σχηματίσθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε ένα πλέγμα φεουδαρχικών σχέσεων που είχε στην κορυφή τον Φράγκο αυτοκράτορα του Βυζαντίου και κάτω από αυτόν τους τοπικούς ηγεμόνες (τον κύριο Πρίγκηψ της Αχαΐας, τον εξοχότατος κύριος Δούκα των Αθηνών, τον μικρό-Μαρκήσιο της Βοδονίτσας , τον σούπερ ουάου Βασιλιά της Θεσσαλονίκης και πάει λέγοντας σε μια ατελείωτη σειρά τοπικών ηγεμονιών) που αν και έχαιραν πλήρους αυτονομίας, είχαν την υποχρέωση να στηρίζουν τον Αυτοκράτορα και ο ένας τον άλλο. Όχι πως αυτές οι σχέσεις εξάρτησης ήταν αρραγείς και σεβαστές σαν ευαγγέλιο. Άλλωστε ήταν τόσο πολύπλοκο το κληρονομικό δίκαιο της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, στη βάση του οποίου σχηματιζόταν η ιεραρχία, που ο καθένας μπορούσε εύκολα να αλλάξει -ή να θεωρήσει ότι οφείλει να αλλάξει- την ισχύουσα κάθε φορά δομή, προς το συμφέρον του φυσικά...



Στα χρόνια που δρούσε ο Λικάριο δηλαδή στα τέλη του 13ου αιώνα, η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης μας είχε αφήσει χρόνους. Την είχε καθαρίσει η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, που από την αρχή πρόβαλε σαν ο νόμιμος διάδοχος του Βυζαντινού Θρόνου και γρήγορα κατάφερε να ανασυστήσει την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι υπόλοιποι Φράγκοι όμως είχαν μείνει στην Ελλάδα και συνέχιζαν να έχουν σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ τους. Έτσι όταν είδαν κι αποείδαν με τον Λικάριο που δρούσε για λογαριασμό του Έλληνα Αυτοκράτορα της Πόλης, δηλαδή του νάμπερ ουάν εχθρού τους, μαζεύτηκαν και λένε: «Πάμε να του ρίξουμε καμιά φάπα, γιατί πολύ μας μπήκε και μας ποδοπατεί ο ερίφης...»


Η πρώτη φάπα κανονίστηκε να λάβει χώρα εν Ευβοία, στο κάστρο του Ωρεού που κρατούσε ο Λικάριο -και που φυσικά είχε πάρει απ’ τους Φράγους και τους Δίφραγκους. Τον έκλεισε μέσα ο Ντρε ντε Μπομόν, που μην ακούς που φορούσε γελοίο ονοματάκι, ήταν στρατηγός του Ντ’ Ανζού, δηλαδή των Ανδεγαυών, μιας από τις μεγαλύτερες βασιλικές φαμίλιες της Ευρώπης. Είχε μαζί του ο ντε Μπομόν και εφτά κατοστάρικα σιδηρόφρακτους με χύτρες Σεμπ για περικεφαλαίες. Εκεί λοιπόν που ήταν κλεισμένος στους Ωραιούς και όλοι περίμεναν την καρπαζιά που θα έτρωγε ο αλητήριος, κάνει μια νύχτα ένα έτσι ο Λικάριο, ξεμπουκάρει απ’ το κάστρο κι ο στρατηγός των Ντ’ Ανζού τα είδε όλα κωλυόμενα. Τους τάραξε στο σοπάκι ο Ικάριος εξ ονόματος του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Ήτα του Παλαιολόγου. Όσοι από τους επτακόσιους ιππότες, τον ανθό της ιπποσύνης, τη βγάλανε καθαρή, γυρίσαν άρον-άρον στα τσαρδάκια τους και απέφευγαν να συζητούν το θλιβερόν επεισόδιον...



(συνεχίζεται)

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (4).


Στην Πόλη αυτοκρατόρευε ο Μιχαήλ (ο Η' ο Παλαιολόγος, ιδρυτής της μακροβιότερης και τελευταίας βυζαντινής δυναστείας) και ο Λικάριο του μίλησε σπαθένια.

_Μου δίνεις μερικούς νοματαίους φαντάρους κανονικούς, διότι οι δικοί μου είναι κομματάκι του σκοινιού και του παλουκιού και δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι, να σου κάνω εγώ την Εύβοια καλοκαιρινή; Παίρνουμε στο κυνήγι τους Φράγκους και αποκαθιστώ την νομιμότηταν, ήγουν την αυτοκρατορική σου κυριαρχίαν.

_Να σου δώκω νέε μου, είπε ο Μιχαήλ, αλλά θέλω δυο πραγματάκια.

_Δηλαδής;

_Πρώτον, θά ‘χεις όση ελευθερία δράσης γουστάρεις, αλλά απαιτώ πλήρη υπακοή στο αυτοκρατορικόν στέμμα.

_Την έχεις!

_Και δεύτερον, με τ’ ονοματάκι που φοράς δεν θα πάμε μπροστά. Το «Λικάριο» μου θυμίζει λύκο και τους λύκους τους έχω για γκίνια. Θα τ’ αλλάξουμε, θα σε λέμε Ικάριο.

_Δεν πα να με λέτε και Γκόλφω. Εγώ φαντάρια και χρήμα θέλω.

_Καταλαβαίνεις, είναι πιο σικ. Θα παραγγείλω μάλιστα σε δυο τρεις πληρωμένους κοντυλοφόρους που έχω εδώ στην αυλή για χρονικογράφους να σε εξιστορήσουν ως Ικάριο.

_Ό,τι γουστάρεις. Χαλάω εγώ χατίρι στον Μιχαλάκη μου;

Και τοιουτοτρόπως ο Λικάριο έμεινε στα βυζαντινά χρονικά ως «Ικάριος». Όπως κάποτε ένας Χουάν Ραμόν Ρότσα, ποδοσφαιριστής τω επάγγελμα, εξ Αργεντινής, έγινε Μπουμπλής απ’ το Αιγάλεω... Γίνονται αυτά...



Με τον βυζαντινό στρατό λοιπόν ο Λικάριο έκανε θαύματα. Τους ρήμαξε κανονικώς τους σιδηρόφρακτους. Ένα ένα κατακτούσε όλα τα κάστρα, τα καστέλια, τα φρούρια της Ευβοίας. Αλλά ένεκα που ήτο μισοϊταλός και είναι γνωστό ότι οι Ιταλοί είναι ένας λαός «di santi e navigatori», δηλαδή ένας λαός «αγίων και ναυτικών» και επειδή για άγιος δεν φτουρούσε μία, διέπρεψε ως ναυτικός. Έδιωξε τους Βενετσιάνους Βενιέρι απ’ το Τσιρίγο, δηλαδή τα Κύθηρα, έδιωξε τους Βιάρι απ’ το Τσιριγώτο, δηλαδή τ’ Αντικύθηρα, αλλά πριν απ’ αυτό είχε τσιμπήσει και τη Σκόπελο και μάλιστα ως εξής:


Είχε άρχοντα η Σκόπελος τον Γκίζι, που πάει να πει έναν από τους Γκίζι, τον Φιλίππο (διότι ήταν και μεγάλο σόι οι Γκίζηδες). Ο συγκεκριμένος μάλιστα τόν είχε πάρει πολύ ψηλά τον αμανέ κι έλεγε και διαλαλούσε ότι είναι τόσο δυνατός που ούτε η τύχη δεν μπορεί να του κάνει ζημιά. Τ’ ακούει ο Ικάριος, περιμένει να καλοκαιριάσει για τα καλά και να του εξηγήθει έναν γκραν κομπλέ αποκλεισμό Ιούλιο μήνα. Είπαν το νερό νεράκι στην Σκόπελο, στέλνουν πρεσβεία στον Λικάριο του λένε «να σου παραδώσουμε το κάστρο, να μας δώσεις δυο νταμιτζάνες γάργαρο νεράκι;». «Ντηλ», απήντησε ο μόρτης, αλλά θα μου παραδώσετε κι αυτόν τον μάγκα τ’ αφεντικό σας που μας έλεγε ότι δεν θα τον πείραζε ούτε η τύχη.Τον έκανε ένα πακέτο λοιπόν τον Φιλίππο Γκίζι και τον έστειλε σιδηροδέσμιο στην Κωνσταντινούπολη. Μερικούς αιώνες μετά από αιχμάλωτος στην Πόλη έγινε ο Γκύζης συνοικία των Αθηνών και φωλιά οπαδών της ομάδας στην οποία έβγαζε το ψωμί του ο Μπουμπλής απ’ το Αιγάλεω... γίνονται αυτά...


(συνεχίζεται)

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (3).

Έριξε μερικά φράγκα στο καστελάκι, άλλαξε κουφώματα, έβγαλε ένα ημιυπαίθριο στην βεράντα, σαλονάκι καινουργές, τρίψιμο τα παρκέ, ελαιοχρωματισμοί, δυο γυψοσανίδες Κνάουφ, όσο να πεις το συνέφερε λιγάκι. Με βάση τις ανακαινισμένες Ανεμοπύλες λοιπόν ο Λικάριο τό ‘ριξε στο λαμόγιεμα και στην πειρατεία και την έβγαζε μια χαρά. Έβγαινε απ’ το Κάστρο και ρήμαζε όλη την επαρχία Καρυστίας και τα περίχωρα. Ανοιγόταν και στην θάλασσα με κάτι πλεούμενα και δεν μπορούσε να περάσει απ’ τον Καφηρέα ούτε το Θωρηκτό Ποτιέμκιν χωρίς τον φόβο του. Σιγά-σιγά απέκτησε φήμη πειρατή σπουδαίου και τότε οι πειρατές -μην βλέπεις που σήμερα δεν τους έχουν σε υπόληψη και ούτε c.d. δεν μπορούν να πουλήσουν με την ησυχία τους- ήταν σπουδαία πρόσωπα. Ξηγιόντουσαν και μια δωρεά «in nomini patri, et Fili e spiritu sancti» σε κάνα μοναστήρι κι έτσι αποκτούσαν καβάτζα για να ξαποσταίνουν, προστασία για τις λουμπινιές τους και τον αμέριστο θαυμασμό των συγχρόνων τους.
Έλα όμως που το μυαλό του Λικάριο δεν μπορούσε να χωνέψει την σκαιά συμπεριφορά των Φράγκων μεγαλουσιάνων της Έγριπος. Τους το φύλαγε μανιάτικο και σκέφτηκε απλά και λογικά. Ποιος είναι στα μαχαίρια με τους Φράγκους; Το Βυζάντιο. Ποιος γουστάρει να τους σκίσει τα κολάν; Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης. Ο εχθρός του εχθρού σου τι σού είναι; Φίλος! Οπότε μια μέρα λέει στη Φελίζα: «Μωρούλι, εγώ την κάνω για την «βασιλίδα των πόλεων» καθ’ ότι με φώναξε ο αυτοκράτωρ να δούμε το ματς παρέα ένεκα που πήρε 42άρα lcd. Ε, θα φάμε καμιά πίτσα, θα πιούμε καμιά μπυρίτσα, εσύ αν αργήσω κοιμήσου...» .
Έπεσε λοιπόν για ύπνο η σύζυγος του Λικάριο και το πρωί την σκούνταγε η υπηρεσία της, μια ηλικιωμένη Προβιγκιανή που την μεγάλωσε τη Φελίζα από βρέφος, δεν έλεγε να ξυπνήσει με τίποτα.
_Σήκω μωρή γαϊδάρα και πήγε δώδεκα η ώρα!
Μιλιά η Φελίζα...
_Σήκω μωρή και έχουμε ν’ απλώσουμε τραχανά!
Τσιμουδιά η Φελίζα
_Σήκω μωρή συφοριασμένη που τό ‘χεις ρίξει στα τσίπουρα αποβραδίς και ξυπνημό δεν έχεις!
Λέξη η Φελίζα!
_Σήκω μωρή σαν ποθαμένη κοιμάσαι!
Έλα όμως που δεν ήταν σαν «ποθαμένη», ήταν αποθαμένη εντελώς και αμετακλήτως.
Τώρα πως συνέβη συμβάν τόσο τραγικόν και δυστυχές δε μαρτυρά η Ιστορία. Κι εγώ όχι πως θέλω να πω και να κακολογάω και να αφήνω υπονοούμενα, αλλά όσο νά ‘ναι τά ‘χε πια τα χρονάκια της η Φελίζα και ικανή περιουσία κατέλειπεν και -εδώ που τα λέμε- και την πιο ωραία Φελίζα και τον πιο ωραίο Φελίζο αν έχεις στο κρεβάτι σου, μετά από χίλιες νύχτες τον βαριέσαι και λες «το λαχείο κλήρωσε, πάμε γι άλλα».


(συνεχίζεται...)

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (2).

Με τον έρωτα λοιπόν να τους βρίσκεται εν αφθονία, ωραίαν τινά πρωίαν η Φελίζα γύρισε και είπε στον Λικάριο: «Ξέρεις μάτια μου, νομίζω πως πρέπει η σχέση μας να εξελιχθεί.» Ακριβώς όπως λέει και στην μέρες μας το 90 τοις εκατό των δεσποινίδων και εννοεί «ξέρεις μπορεί να είμαι πυρηνικιά φυσικός με δεκαεπτά μάστερ και σαράντα δύο διδακτορικά, μπορεί να είμαι πρόεδρος εξήντα πέντε διεθνών οργανισμών, μπορεί να είμαι κουκλάρα και πάμπλουτη, αλλά το μόνο που πραγματικά έχω ονειρευτεί στη ζωή μου είναι να ντυθώ νυφούλα.»
Ο Λικάριο άλλο που δεν ήθελε. Σου λέει, αν υπανδευτώ την λεγάμενη αυτομάτως γίνομαι κύριος του ενός τριτημορίου της Ευβοίας και τότε μάγκες ποιος με πιάνει. Αλλά επειδή οι υπόλοιποι ευγενείς, μπορεί να ήταν ευγενείς, δεν έτρωγαν όμως κουτόχορτο, την παίρνουν χαμπάρι τη δουλειά. Και ναι μεν ο Λικάριο με την Φελίζα ηνώθησαν κρυφίως με τα ιερά του γάμου δεσμά, πλην το αρχοντολόι φρύαξε και από ‘δω τό ‘χε, από ‘κει τό ‘χε, κάτι ενστάσεις υπέβαλε, κάτι προσφυγές στο κονκλάβιο των καθολικών επισκόπων κάτι παραστάσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κάτι έτσι κάτι αλλιώς, το έβγαλε άκυρο το μυστήριο ένεκα ο γαμπρός ευγενούς μεν, αλλά πολύ ταπεινούς καταγωγής και οπωσδήποτε εξ έτι ταπεινοτέρων ελατηρίων ορμώμενος.
Ο Λικάριο τα πήρε, πήρε και την συμβία (πλέον) Φελίζα και την έκανε για Νότια Εύβοια ακολουθώντας της σχετικές πινακίδες από Χαλκίδα. Πέρασε το Λιλάντιο Πεδίο, την Ερέτρια, την Αμάρυνθο και μετά το Αλιβέρι έστριψε για κάτω προς Στύρα. Από ‘κει Μαρμάρι και τέλος πάλι πίσω στα μέρη της Καρύστου πού ‘χε γεννηθεί. Η Φελίζα είχε ζαλιστεί απ’ τις στροφές, αλλά ο Λικάριο που είχε πάρει μαζί του καμιά εκατοστή κωλοπαιδαράδες (με το αζημίωτο φυσικά καθόσον η σύζυγος από μπαγιόκο είχε άφθονο) την έπεσε σ’ ένα ανεμοδαρμένο κάστρο καβοντορίτικο που το έλεγαν «ανεμοπύλες» και το καβάτζωσε νά ‘χει να πορεύεται και να μη γυρίσει να του πει αύριο η γυναίκα ότι τον πήρε ξεβράκωτο κι αλανιάρη και τον έκανε με τα λεφτά της άνθρωπο.


(συνεχίζεται)

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (1).


«Στην Κάρυστο» λέει ο Νίκος Τσιφόρος στο «Εμείς και οι Φράγκοι» »φυσάει ένας βοριάς καβοντορίτικος που σηκώνει ζωέμπορους και γύρω-γύρω από τα περιβόλια φυτεύουνε κυπαρίσσια για να φυλάξουνε τις λεμονιές. Και λοιπόν, ημέραν τινά, στη χώρα κάτω απ’ το Κοκκινόκαστρο, μπήκε σ’ ένα σπίτι η μαμή κυρία Αντζελίνα και τράβηξε απ’ το κεφάλι ένα αγοράκι. Τ’ αφαλόκοψε, τό ‘πλυνε με νερόξυδο και το παράδωσε στη μανούλα του. Κι άμα πέρασε καιρός το ράντισε ένας φλάρος και το όνομα αυτού Λικάριο.»
Αυτός ο Λικάριο, γιός ενός ασήμαντου βιτσεντίνου ή γενουάτη ή βερονέζου ιππότη και μιας εξ ίσου ασήμαντης ελληνίδας προέκυψε μεγάλη τσογλαναρία. Τόσο που μόλις μεγάλωσε ολίγον ο πατέρας του τού έδωσε κάποιο χαρτζιλίκι και τόνε σούταρε κανονικά από το σπίτι.
Πάλι ο Τσιφόρος περιγράφει τα τελευταία λόγια που άκουσε ο Λικάριο από τον πατέρα του ως εξής:
«Βρε μούλε του κερατά, του είπε, εγώ είμαι ευγενούς καταγωγής και μ’ έχεις κάνει ρεζίλη με τη διαγωγή σου. Πάρε τούτα τα λεφτά και φύγε, πήγαινε όπου διάολο θέλεις να μη σε ξαναδούν τα μάτια μου και να ησυχάσουμε εγώ κι μάνα σου καθόσον έχοντας κι άλλα παιδιά δεν θα φάμε τη ζωή μας μαζί σου.»
Ο Λικάριο έφυγε για την πρωτεύουσα της Ευβοίας, το Νεγκρεπόντε, αυτή δηλαδή που σήμερα τη λέμε Χαλκίδα. Νταραβερίστηκε στην αγορά, ποιος ξέρει τι έκανε για να τη βγάζει, πάντως -ένεκα ευγενούς, έστω και πέμπτης διαλογής, καταγωγής- στάθηκε πολύ καλός στην χρήση των όπλων. Κάτι τέτοια μαγκάκια είναι χρήσιμα «δια την τάξην και την ευνομία» σε κάθε κύριο και κόμη και δούκα και αυθέντη κάστρου και φέουδου και σινιορίας, σε κάθε «εξουσιαστή» όπως θα λέγαμε στις μέρες μας. Έτσι ο Λικάριο διορίστηκε, σίγουρο μεροκαματάκι μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει, στην ένοπλη φρουρά του Γκιμπέρτο ντα Βερώνα, δηλαδή του άρχοντα της Χαλκίδας και του ενός τρίτου της Ευβοίας, διότι όταν έβαλαν πόδι για τα καλά στο νησί οι Φράγκοι, το χώρισαν σε τρία κομμάτια και τρεις διαφορετικοί άρχοντες, «τριτημόριοι» όπως λέγονται στην Ιστορία, πήραν από ένα κομμάτι.
Ο Λικάριο, από πατέρα Ιταλό και μάνα Ελληνίδα ήταν -όπως άλλωστε όλα τα προϊόντα επιμειξίας- πολύ ωραίο παιδί. Κορμί γυμναστηρίου, μάτι εργαλείο και βλέμμα θανατηφόρο, σαρκώδη χείλη, μαυρισμένος στα σωστά σημεία, μοδάτος αρκετά για να χορεύει απαράμιλλα, να λέει ανέκδοτα, να κάνει σκι στην Αράχωβα το χειμώνα και «ξεσκί» στη Μύκονο το καλοκαίρι.
Συνέπεσε δε στο κάστρο του Νεγκρεπόντε να ζει και η Φελίζα ή Φελίσα .
Προσφάτως χηρεύσασα ένεκα του θανάτου του συζύγου της Φερζότο, ετέρου «τριτημορίου» της Ευβοίας, πράγμα που σημαίνει ότι η χήρα κατείχε το δικαίωμα νομής και εξουσίας του 30% του ευβοϊκού εδάφους που βεβαίως θα μπορούσε να παραδώσει στον επόμενο σύζυγό της ως προίκα.
Ο Λικάριο που επιβίωσε περιπλανώμενος στα βουνά και στα λαγκάδια, που την έβγαλε καθαρή από κάτι μαχαιροβγάλτες στην αγορά, που είχε φάει στο μπαρμπούτι όλη την περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος, σιγά μη δεν έπεφτε στην Φελίζα. Ξηγήθηκε «μια βαθειά υπόκλιση ένα χειροφίλημα», έστειλε έντεκα κόκκινα τριαντάφυλλα μέσω interflora, την έβγαλε για δείπνο στο ΠιλΠουλ και την άκουσε υπομονετικά και προσποιούμενος τρελό ενδιαφέρον να μιλάει για τον εαυτό της επί τρεισήμισι ώρες, ε... με τα πολλά , παρά το ταπεινό της καταγωγής του την τουμπάρισε. Άπαξ δε και την τουμπάρισε, η χηρεύσασα έφαγε καψούρα τελική, διότι εκτός του παρουσιαστικού του ο Λικάριο -ως φημολογείται- ήταν και υπερπροικισμένος και μηχανή του σεξ...


(συνεχίζεται...)