26 Ιαν 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (5).

Προφανώς οι Φράγκοι μετά από όλα τούτα δεν μπορούσαν να κάτσουν με σταυρωμένα τα χέρια. Σου λέει δεν θα βγάλουμε άκρη μ’ αυτόν τον κερατά. Το σύστημα τότε λειτουργούσε ως εξής: Υπήρχε ένας ηγεμόνας κεφάλι και προεξάρχων όλων των υπολοίπων. Αυτό βεβαίως μόνο θεωρητικώς, διότι κάθε φεουδάρχης, είτε κόμης ήταν ή δούκας ή μαρκήσιος ή πρίγκηψ, είχε ουσιαστικώς απόλυτη εξουσία επί του φέουδού του.


Υπήρχε όμως μια ηθική και νομική να την πούμε υποχρέωση υπαγωγής του μικρότερου, του λιγότερου σημαντικού σε τίτλους και εδάφη, στον αμέσως μεγαλύτερό του. Έτσι όταν στα 1204 έγινε η Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους και σχηματίσθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε ένα πλέγμα φεουδαρχικών σχέσεων που είχε στην κορυφή τον Φράγκο αυτοκράτορα του Βυζαντίου και κάτω από αυτόν τους τοπικούς ηγεμόνες (τον κύριο Πρίγκηψ της Αχαΐας, τον εξοχότατος κύριος Δούκα των Αθηνών, τον μικρό-Μαρκήσιο της Βοδονίτσας , τον σούπερ ουάου Βασιλιά της Θεσσαλονίκης και πάει λέγοντας σε μια ατελείωτη σειρά τοπικών ηγεμονιών) που αν και έχαιραν πλήρους αυτονομίας, είχαν την υποχρέωση να στηρίζουν τον Αυτοκράτορα και ο ένας τον άλλο. Όχι πως αυτές οι σχέσεις εξάρτησης ήταν αρραγείς και σεβαστές σαν ευαγγέλιο. Άλλωστε ήταν τόσο πολύπλοκο το κληρονομικό δίκαιο της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, στη βάση του οποίου σχηματιζόταν η ιεραρχία, που ο καθένας μπορούσε εύκολα να αλλάξει -ή να θεωρήσει ότι οφείλει να αλλάξει- την ισχύουσα κάθε φορά δομή, προς το συμφέρον του φυσικά...






Στα χρόνια που δρούσε ο Λικάριο δηλαδή στα τέλη του 13ου αιώνα, η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης μας είχε αφήσει χρόνους. Την είχε καθαρίσει η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, που από την αρχή πρόβαλε σαν ο νόμιμος διάδοχος του Βυζαντινού Θρόνου και γρήγορα κατάφερε να ανασυστήσει την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι υπόλοιποι Φράγκοι όμως είχαν μείνει στην Ελλάδα και συνέχιζαν να έχουν σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ τους. Έτσι όταν είδαν κι αποείδαν με τον Λικάριο που δρούσε για λογαριασμό του Έλληνα Αυτοκράτορα της Πόλης, δηλαδή του νάμπερ ουάν εχθρού τους, μαζεύτηκαν και λένε: «Πάμε να του ρίξουμε καμιά φάπα, γιατί πολύ μας μπήκε και μας ποδοπατεί ο ερίφης...»




Η πρώτη φάπα κανονίστηκε να λάβει χώρα εν Ευβοία, στο κάστρο του Ωρεού που κρατούσε ο Λικάριο -και που φυσικά είχε πάρει απ’ τους Φράγους και τους Δίφραγκους. Τον έκλεισε μέσα ο Ντρε ντε Μπομόν, που μην ακούς που φορούσε γελοίο ονοματάκι, ήταν στρατηγός του Ντ’ Ανζού, δηλαδή των Ανδεγαυών, μιας από τις μεγαλύτερες βασιλικές φαμίλιες της Ευρώπης. Είχε μαζί του ο ντε Μπομόν και εφτά κατοστάρικα σιδηρόφρακτους με χύτρες Σεμπ για περικεφαλαίες. Εκεί λοιπόν που ήταν κλεισμένος στους Ωραιούς και όλοι περίμεναν την καρπαζιά που θα έτρωγε ο αλητήριος, κάνει μια νύχτα ένα έτσι ο Λικάριο, ξεμπουκάρει απ’ το κάστρο κι ο στρατηγός των Ντ’ Ανζού τα είδε όλα κωλυόμενα. Τους τάραξε στο σοπάκι ο Ικάριος εξ ονόματος του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Ήτα του Παλαιολόγου. Όσοι από τους επτακόσιους ιππότες, τον ανθό της ιπποσύνης, τη βγάλανε καθαρή, γυρίσαν άρον-άρον στα τσαρδάκια τους και απέφευγαν να συζητούν το θλιβερόν επεισόδιον...





(συνεχίζεται)

24 Ιαν 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (4).


Στην Πόλη αυτοκρατόρευε ο Μιχαήλ (ο Η' ο Παλαιολόγος, ιδρυτής της μακροβιότερης και τελευταίας βυζαντινής δυναστείας) και ο Λικάριο του μίλησε σπαθένια.

_Μου δίνεις μερικούς νοματαίους φαντάρους κανονικούς, διότι οι δικοί μου είναι κομματάκι του σκοινιού και του παλουκιού και δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι, να σου κάνω εγώ την Εύβοια καλοκαιρινή; Παίρνουμε στο κυνήγι τους Φράγκους και αποκαθιστώ την νομιμότηταν, ήγουν την αυτοκρατορική σου κυριαρχίαν.

_Να σου δώκω νέε μου, είπε ο Μιχαήλ, αλλά θέλω δυο πραγματάκια.

_Δηλαδής;

_Πρώτον, θά ‘χεις όση ελευθερία δράσης γουστάρεις, αλλά απαιτώ πλήρη υπακοή στο αυτοκρατορικόν στέμμα.

_Την έχεις!

_Και δεύτερον, με τ’ ονοματάκι που φοράς δεν θα πάμε μπροστά. Το «Λικάριο» μου θυμίζει λύκο και τους λύκους τους έχω για γκίνια. Θα τ’ αλλάξουμε, θα σε λέμε Ικάριο.

_Δεν πα να με λέτε και Γκόλφω. Εγώ φαντάρια και χρήμα θέλω.

_Καταλαβαίνεις, είναι πιο σικ. Θα παραγγείλω μάλιστα σε δυο τρεις πληρωμένους κοντυλοφόρους που έχω εδώ στην αυλή για χρονικογράφους να σε εξιστορήσουν ως Ικάριο.

_Ό,τι γουστάρεις. Χαλάω εγώ χατίρι στον Μιχαλάκη μου;

Και τοιουτοτρόπως ο Λικάριο έμεινε στα βυζαντινά χρονικά ως «Ικάριος». Όπως κάποτε ένας Χουάν Ραμόν Ρότσα, ποδοσφαιριστής τω επάγγελμα, εξ Αργεντινής, έγινε Μπουμπλής απ’ το Αιγάλεω... Γίνονται αυτά...



Με τον βυζαντινό στρατό λοιπόν ο Λικάριο έκανε θαύματα. Τους ρήμαξε κανονικώς τους σιδηρόφρακτους. Ένα ένα κατακτούσε όλα τα κάστρα, τα καστέλια, τα φρούρια της Ευβοίας. Αλλά ένεκα που ήτο μισοϊταλός και είναι γνωστό ότι οι Ιταλοί είναι ένας λαός «di santi e navigatori», δηλαδή ένας λαός «αγίων και ναυτικών» και επειδή για άγιος δεν φτουρούσε μία, διέπρεψε ως ναυτικός. Έδιωξε τους Βενετσιάνους Βενιέρι απ’ το Τσιρίγο, δηλαδή τα Κύθηρα, έδιωξε τους Βιάρι απ’ το Τσιριγώτο, δηλαδή τ’ Αντικύθηρα, αλλά πριν απ’ αυτό είχε τσιμπήσει και τη Σκόπελο και μάλιστα ως εξής:


Είχε άρχοντα η Σκόπελος τον Γκίζι, που πάει να πει έναν από τους Γκίζι, τον Φιλίππο (διότι ήταν και μεγάλο σόι οι Γκίζηδες). Ο συγκεκριμένος μάλιστα τόν είχε πάρει πολύ ψηλά τον αμανέ κι έλεγε και διαλαλούσε ότι είναι τόσο δυνατός που ούτε η τύχη δεν μπορεί να του κάνει ζημιά. Τ’ ακούει ο Ικάριος, περιμένει να καλοκαιριάσει για τα καλά και να του εξηγήθει έναν γκραν κομπλέ αποκλεισμό Ιούλιο μήνα. Είπαν το νερό νεράκι στην Σκόπελο, στέλνουν πρεσβεία στον Λικάριο του λένε «να σου παραδώσουμε το κάστρο, να μας δώσεις δυο νταμιτζάνες γάργαρο νεράκι;». «Ντηλ», απήντησε ο μόρτης, αλλά θα μου παραδώσετε κι αυτόν τον μάγκα τ’ αφεντικό σας που μας έλεγε ότι δεν θα τον πείραζε ούτε η τύχη.Τον έκανε ένα πακέτο λοιπόν τον Φιλίππο Γκίζι και τον έστειλε σιδηροδέσμιο στην Κωνσταντινούπολη. Μερικούς αιώνες μετά από αιχμάλωτος στην Πόλη έγινε ο Γκύζης συνοικία των Αθηνών και φωλιά οπαδών της ομάδας στην οποία έβγαζε το ψωμί του ο Μπουμπλής απ’ το Αιγάλεω... γίνονται αυτά...


(συνεχίζεται)

22 Ιαν 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (3).

Έριξε μερικά φράγκα στο καστελάκι, άλλαξε κουφώματα, έβγαλε ένα ημιυπαίθριο στην βεράντα, σαλονάκι καινουργές, τρίψιμο τα παρκέ, ελαιοχρωματισμοί, δυο γυψοσανίδες Κνάουφ, όσο να πεις το συνέφερε λιγάκι. Με βάση τις ανακαινισμένες Ανεμοπύλες λοιπόν ο Λικάριο τό ‘ριξε στο λαμόγιεμα και στην πειρατεία και την έβγαζε μια χαρά. Έβγαινε απ’ το Κάστρο και ρήμαζε όλη την επαρχία Καρυστίας και τα περίχωρα. Ανοιγόταν και στην θάλασσα με κάτι πλεούμενα και δεν μπορούσε να περάσει απ’ τον Καφηρέα ούτε το Θωρηκτό Ποτιέμκιν χωρίς τον φόβο του. Σιγά-σιγά απέκτησε φήμη πειρατή σπουδαίου και τότε οι πειρατές -μην βλέπεις που σήμερα δεν τους έχουν σε υπόληψη και ούτε c.d. δεν μπορούν να πουλήσουν με την ησυχία τους- ήταν σπουδαία πρόσωπα. Ξηγιόντουσαν και μια δωρεά «in nomini patri, et Fili e spiritu sancti» σε κάνα μοναστήρι κι έτσι αποκτούσαν καβάτζα για να ξαποσταίνουν, προστασία για τις λουμπινιές τους και τον αμέριστο θαυμασμό των συγχρόνων τους.
Έλα όμως που το μυαλό του Λικάριο δεν μπορούσε να χωνέψει την σκαιά συμπεριφορά των Φράγκων μεγαλουσιάνων της Έγριπος. Τους το φύλαγε μανιάτικο και σκέφτηκε απλά και λογικά. Ποιος είναι στα μαχαίρια με τους Φράγκους; Το Βυζάντιο. Ποιος γουστάρει να τους σκίσει τα κολάν; Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης. Ο εχθρός του εχθρού σου τι σού είναι; Φίλος! Οπότε μια μέρα λέει στη Φελίζα: «Μωρούλι, εγώ την κάνω για την «βασιλίδα των πόλεων» καθ’ ότι με φώναξε ο αυτοκράτωρ να δούμε το ματς παρέα ένεκα που πήρε 42άρα lcd. Ε, θα φάμε καμιά πίτσα, θα πιούμε καμιά μπυρίτσα, εσύ αν αργήσω κοιμήσου...» .
Έπεσε λοιπόν για ύπνο η σύζυγος του Λικάριο και το πρωί την σκούνταγε η υπηρεσία της, μια ηλικιωμένη Προβιγκιανή που την μεγάλωσε τη Φελίζα από βρέφος, δεν έλεγε να ξυπνήσει με τίποτα.
_Σήκω μωρή γαϊδάρα και πήγε δώδεκα η ώρα!
Μιλιά η Φελίζα...
_Σήκω μωρή και έχουμε ν’ απλώσουμε τραχανά!
Τσιμουδιά η Φελίζα
_Σήκω μωρή συφοριασμένη που τό ‘χεις ρίξει στα τσίπουρα αποβραδίς και ξυπνημό δεν έχεις!
Λέξη η Φελίζα!
_Σήκω μωρή σαν ποθαμένη κοιμάσαι!
Έλα όμως που δεν ήταν σαν «ποθαμένη», ήταν αποθαμένη εντελώς και αμετακλήτως.
Τώρα πως συνέβη συμβάν τόσο τραγικόν και δυστυχές δε μαρτυρά η Ιστορία. Κι εγώ όχι πως θέλω να πω και να κακολογάω και να αφήνω υπονοούμενα, αλλά όσο νά ‘ναι τά ‘χε πια τα χρονάκια της η Φελίζα και ικανή περιουσία κατέλειπεν και -εδώ που τα λέμε- και την πιο ωραία Φελίζα και τον πιο ωραίο Φελίζο αν έχεις στο κρεβάτι σου, μετά από χίλιες νύχτες τον βαριέσαι και λες «το λαχείο κλήρωσε, πάμε γι άλλα».


(συνεχίζεται...)

20 Ιαν 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (2).

Με τον έρωτα λοιπόν να τους βρίσκεται εν αφθονία, ωραίαν τινά πρωίαν η Φελίζα γύρισε και είπε στον Λικάριο: «Ξέρεις μάτια μου, νομίζω πως πρέπει η σχέση μας να εξελιχθεί.» Ακριβώς όπως λέει και στην μέρες μας το 90 τοις εκατό των δεσποινίδων και εννοεί «ξέρεις μπορεί να είμαι πυρηνικιά φυσικός με δεκαεπτά μάστερ και σαράντα δύο διδακτορικά, μπορεί να είμαι πρόεδρος εξήντα πέντε διεθνών οργανισμών, μπορεί να είμαι κουκλάρα και πάμπλουτη, αλλά το μόνο που πραγματικά έχω ονειρευτεί στη ζωή μου είναι να ντυθώ νυφούλα.»
Ο Λικάριο άλλο που δεν ήθελε. Σου λέει, αν υπανδευτώ την λεγάμενη αυτομάτως γίνομαι κύριος του ενός τριτημορίου της Ευβοίας και τότε μάγκες ποιος με πιάνει. Αλλά επειδή οι υπόλοιποι ευγενείς, μπορεί να ήταν ευγενείς, δεν έτρωγαν όμως κουτόχορτο, την παίρνουν χαμπάρι τη δουλειά. Και ναι μεν ο Λικάριο με την Φελίζα ηνώθησαν κρυφίως με τα ιερά του γάμου δεσμά, πλην το αρχοντολόι φρύαξε και από ‘δω τό ‘χε, από ‘κει τό ‘χε, κάτι ενστάσεις υπέβαλε, κάτι προσφυγές στο κονκλάβιο των καθολικών επισκόπων κάτι παραστάσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κάτι έτσι κάτι αλλιώς, το έβγαλε άκυρο το μυστήριο ένεκα ο γαμπρός ευγενούς μεν, αλλά πολύ ταπεινούς καταγωγής και οπωσδήποτε εξ έτι ταπεινοτέρων ελατηρίων ορμώμενος.
Ο Λικάριο τα πήρε, πήρε και την συμβία (πλέον) Φελίζα και την έκανε για Νότια Εύβοια ακολουθώντας της σχετικές πινακίδες από Χαλκίδα. Πέρασε το Λιλάντιο Πεδίο, την Ερέτρια, την Αμάρυνθο και μετά το Αλιβέρι έστριψε για κάτω προς Στύρα. Από ‘κει Μαρμάρι και τέλος πάλι πίσω στα μέρη της Καρύστου πού ‘χε γεννηθεί. Η Φελίζα είχε ζαλιστεί απ’ τις στροφές, αλλά ο Λικάριο που είχε πάρει μαζί του καμιά εκατοστή κωλοπαιδαράδες (με το αζημίωτο φυσικά καθόσον η σύζυγος από μπαγιόκο είχε άφθονο) την έπεσε σ’ ένα ανεμοδαρμένο κάστρο καβοντορίτικο που το έλεγαν «ανεμοπύλες» και το καβάτζωσε νά ‘χει να πορεύεται και να μη γυρίσει να του πει αύριο η γυναίκα ότι τον πήρε ξεβράκωτο κι αλανιάρη και τον έκανε με τα λεφτά της άνθρωπο.


(συνεχίζεται)

19 Ιαν 2009

Το Κάστρο των Φύλλων στην Εύβοια ή "Ολίγα Τινά Περί τον Μονσίρ Λικάριο" (1).


«Στην Κάρυστο» λέει ο Νίκος Τσιφόρος στο «Εμείς και οι Φράγκοι» »φυσάει ένας βοριάς καβοντορίτικος που σηκώνει ζωέμπορους και γύρω-γύρω από τα περιβόλια φυτεύουνε κυπαρίσσια για να φυλάξουνε τις λεμονιές. Και λοιπόν, ημέραν τινά, στη χώρα κάτω απ’ το Κοκκινόκαστρο, μπήκε σ’ ένα σπίτι η μαμή κυρία Αντζελίνα και τράβηξε απ’ το κεφάλι ένα αγοράκι. Τ’ αφαλόκοψε, τό ‘πλυνε με νερόξυδο και το παράδωσε στη μανούλα του. Κι άμα πέρασε καιρός το ράντισε ένας φλάρος και το όνομα αυτού Λικάριο.»
Αυτός ο Λικάριο, γιός ενός ασήμαντου βιτσεντίνου ή γενουάτη ή βερονέζου ιππότη και μιας εξ ίσου ασήμαντης ελληνίδας προέκυψε μεγάλη τσογλαναρία. Τόσο που μόλις μεγάλωσε ολίγον ο πατέρας του τού έδωσε κάποιο χαρτζιλίκι και τόνε σούταρε κανονικά από το σπίτι.
Πάλι ο Τσιφόρος περιγράφει τα τελευταία λόγια που άκουσε ο Λικάριο από τον πατέρα του ως εξής:
«Βρε μούλε του κερατά, του είπε, εγώ είμαι ευγενούς καταγωγής και μ’ έχεις κάνει ρεζίλη με τη διαγωγή σου. Πάρε τούτα τα λεφτά και φύγε, πήγαινε όπου διάολο θέλεις να μη σε ξαναδούν τα μάτια μου και να ησυχάσουμε εγώ κι μάνα σου καθόσον έχοντας κι άλλα παιδιά δεν θα φάμε τη ζωή μας μαζί σου.»
Ο Λικάριο έφυγε για την πρωτεύουσα της Ευβοίας, το Νεγκρεπόντε, αυτή δηλαδή που σήμερα τη λέμε Χαλκίδα. Νταραβερίστηκε στην αγορά, ποιος ξέρει τι έκανε για να τη βγάζει, πάντως -ένεκα ευγενούς, έστω και πέμπτης διαλογής, καταγωγής- στάθηκε πολύ καλός στην χρήση των όπλων. Κάτι τέτοια μαγκάκια είναι χρήσιμα «δια την τάξην και την ευνομία» σε κάθε κύριο και κόμη και δούκα και αυθέντη κάστρου και φέουδου και σινιορίας, σε κάθε «εξουσιαστή» όπως θα λέγαμε στις μέρες μας. Έτσι ο Λικάριο διορίστηκε, σίγουρο μεροκαματάκι μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει, στην ένοπλη φρουρά του Γκιμπέρτο ντα Βερώνα, δηλαδή του άρχοντα της Χαλκίδας και του ενός τρίτου της Ευβοίας, διότι όταν έβαλαν πόδι για τα καλά στο νησί οι Φράγκοι, το χώρισαν σε τρία κομμάτια και τρεις διαφορετικοί άρχοντες, «τριτημόριοι» όπως λέγονται στην Ιστορία, πήραν από ένα κομμάτι.
Ο Λικάριο, από πατέρα Ιταλό και μάνα Ελληνίδα ήταν -όπως άλλωστε όλα τα προϊόντα επιμειξίας- πολύ ωραίο παιδί. Κορμί γυμναστηρίου, μάτι εργαλείο και βλέμμα θανατηφόρο, σαρκώδη χείλη, μαυρισμένος στα σωστά σημεία, μοδάτος αρκετά για να χορεύει απαράμιλλα, να λέει ανέκδοτα, να κάνει σκι στην Αράχωβα το χειμώνα και «ξεσκί» στη Μύκονο το καλοκαίρι.
Συνέπεσε δε στο κάστρο του Νεγκρεπόντε να ζει και η Φελίζα ή Φελίσα .
Προσφάτως χηρεύσασα ένεκα του θανάτου του συζύγου της Φερζότο, ετέρου «τριτημορίου» της Ευβοίας, πράγμα που σημαίνει ότι η χήρα κατείχε το δικαίωμα νομής και εξουσίας του 30% του ευβοϊκού εδάφους που βεβαίως θα μπορούσε να παραδώσει στον επόμενο σύζυγό της ως προίκα.
Ο Λικάριο που επιβίωσε περιπλανώμενος στα βουνά και στα λαγκάδια, που την έβγαλε καθαρή από κάτι μαχαιροβγάλτες στην αγορά, που είχε φάει στο μπαρμπούτι όλη την περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος, σιγά μη δεν έπεφτε στην Φελίζα. Ξηγήθηκε «μια βαθειά υπόκλιση ένα χειροφίλημα», έστειλε έντεκα κόκκινα τριαντάφυλλα μέσω interflora, την έβγαλε για δείπνο στο ΠιλΠουλ και την άκουσε υπομονετικά και προσποιούμενος τρελό ενδιαφέρον να μιλάει για τον εαυτό της επί τρεισήμισι ώρες, ε... με τα πολλά , παρά το ταπεινό της καταγωγής του την τουμπάρισε. Άπαξ δε και την τουμπάρισε, η χηρεύσασα έφαγε καψούρα τελική, διότι εκτός του παρουσιαστικού του ο Λικάριο -ως φημολογείται- ήταν και υπερπροικισμένος και μηχανή του σεξ...


(συνεχίζεται...)

14 Ιαν 2009

Ένα Κάστρο που το Έλεγαν Λουλούδι (6)



Λέει το τραγούδι: «λουλούδι της Μονεμβασιάς και κάστρο της Αθήνας και Παλαμήδι τ’ Αναπλιού...» αριθμώντας έτσι εκείνα που θεωρούσαν σημαντικά κάστρα οι άνθρωποι της εποχής. Και κατά μία εκδοχή το σωστό δεν είναι «λουλούδι», ούτε «λελούδι», αλλά «λαλούδι» από τη ρίζα «Λα» που σημαίνει πέτρα και δηλώνει το κάστρο. Όπως και να είναι η Μονεμβασιά, έμεινε να λέγεται λουλούδι, όχι μόνο για αυτό, αλλά και γιατί στο κάστρο της άνθιζαν πάντα οι πιο όμορφοι μενεξέδες του Μοριά, τόσο που οι Τούρκοι συνήθιζαν να αποκαλούν τον τόπο «Μενεξέ Καλεσί», δηλαδή Κάστρο των Μενεξέδων.
Δεν ξέρω πόσο νερό χρειάζεται ο μενεξές για ν’ ανθίσει, αλλά στην Μονεμβασιά το νερό ήταν ανέκαθεν δυσεύρετο. Η πόλη ζούσε αποκλειστικά από τα ύδατα των βροχών γι αυτό και ένα από τα πιο καίρια αρχιτεκτονικά στοιχεία των σπιτιών του κάστρου είναι οι στέρνες που απαντώνται με άπειρα ονόματα, «γιστέρνα», «κιστέρνα», «τσιστέρνα», όλα από το ιταλικό «cisterna» που σημαίνει δεξαμενή.
Η Μονεμβασιά με τις 40 κάποτε εκκλησίες έχει την σημαντικότερη εξ αυτών στην κεντρική πλατεία της Κάτω Πόλης, στο «κανόνι», όπως τη γνωρίζουν όλοι εξ αιτίας ενός κανονιού που στέκει στη μέση της. Είναι ο ναός του Ελκόμενου Χριστού, από την εικόνα του «ελκόμενου» με τον σταυρό Ιησού, που υπήρχε εκεί και που ο Ισαάκιος Κομνηνός αφαίρεσε για να στείλει στην Κωνσταντινούπολη. Το αντίγραφό της που φτιάχτηκε τον 14ο αιώνα, το έκλεψαν στα 1979. Πρόσεξε τη διαφορά: αν είσαι ο Ισαάκιος Κομνηνός «ΑΦΑΙΡΕΙΣ» εικόνες, αν είσαι ένα απλό λαμόγιο χωρίς αυτοκρατορικούς τίτλους, απλώς τις «ΚΛΕΒΕΙΣ». Ο «Ελκόμενος» πάντως υπήρξε ο μεγαλύτερος μητροπολιτικός ναός του 12ου αιώνα και σήμερα η πλατεία του σφύζει από ζωή καθ’ ότι εδώ καταλήγουν οι περισσότεροι τουρίστες για να χαρούν την ωραία θέα προς τη θάλασσα στα νοτιοδυτικά και να φωτογραφηθούν καβάλα στο κανόνι, που παλαιότερα θα είχε σίγουρα γνωρίσει πιο σοβαρές χρήσεις.
Απέναντι απ’ τον Ελκόμενο είναι το μουσείο της Μονεμβασιάς, που λειτουργεί στο κτίριο που βρισκόταν κάποτε το τζαμί της πόλης. Παλιότερα όταν μια θρησκεία έδιωχνε μια άλλη για να εγκατασταθεί έπαιρνε τους ιερούς χώρους της παλιάς και τους έκανε δικούς της χώρους λατρείας . Ο Παρθενώνας έγινε ναός της Παναγιάς, η Αγιά Σοφιά στην Πόλη μουσουλμανικό τέμενος και πάει λέγοντας. Σήμερα όλα αυτά έχουν γίνει μουσεία. Αυτό δεν είναι το πολιτικώς ορθόν;
Στην Μονεμβασιά, προερχόμενος από σχετικά εύπορη οικογένεια, γεννήθηκε κι ο Γιάννης Ρίτσος. Με το που μπαίνεις στο κάστρο ανεβαίνεις στ’ αριστερά μερικά σκαλιά και βρίσκεσαι στο σπίτι του. Εκεί και η προτομή του. Αν σκεφτείς ότι ο Ρίτσος είναι ο σημαντικότερος Μονεμβασίτης του 20ου αιώνα, θα μπορούσαν να την έχουν στήσει και σε εμφανέστερο σημείο...
Όταν ο Ρίτσος ήταν παιδί, δηλαδή τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, πέρασε από τη Μονεμβασιά ο Φώτης Κόντογλου. Βρήκε το κάστρο σχεδόν έρημο και τον τόπο να ρημάζει. Θα έγραφε πως η Μονεμβασιά ξεψυχά , αλλά θυμήθηκε ότι το ίδιο είχε γράψει και κάποιος περιηγητής που είχε έρθει εδώ 50 χρόνια νωρίτερα, οπότε -σκέφτηκε ο Κόντογλου- «αφού πενήντα χρόνια ξεψυχά κι ακόμα δεν παρέδωσε, ας μην πω κι εγώ το ίδιο».
Τώρα πια το μέρος κάθε άλλο παρά ρημάζει. Σήμερα είναι ένας από τους σταθερότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας. Για να «ξεψυχά» λοιπόν ούτε λόγος, τώρα αν χάνει την ψυχή της, αυτό είναι άλλη κουβέντα...

13 Ιαν 2009

Ένα Κάστρο που το Έλεγαν Λουλούδι (5)



Η πιο αληθινή Μονεμβασιά βρίσκεται στην Άνω Πόλη. Για να τη δεις θα περπατήσεις 15 με 20 λεπτά σε ανηφορικό μονοπάτι που κάποτε ήταν λιθόστρωτο- σίγουρα περισσότερο λιθόστρωτο απ’ όσο σήμερα. Στο δρόμο δεν θα βρεις σπουδαία σκιά και θα κουραστείς οπωσδήποτε. Όταν φτάσεις στην κορυφή θα βρίσκεσαι στα 350 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, ενώ από τον περίβολο της ερειπωμένης Αγίας Σοφίας που χτίστηκε από τον Ανδρόνικο Κομνηνό , ανάμεσα στα 1287 και στα 1328 και βρίσκεται στο βόρειο άκρο του βράχου, μπορείς να δεις μέχρι και τα βουνά της Κρήτης. Δύσκολα θα φύγεις από ‘δω. Πολύ δύσκολα! Και ακόμα δυσκολότερα δεν θα επιστρέψεις. Μπορεί να υπάρχουν και ομορφότερα μέρη στον κόσμο, μπορεί να υπάρχουν και πολύ πιο εντυπωσιακά, αλλά οπωσδήποτε πιο άμεσο δεν έχω δει (και έχω δει πολλά...). Εδώ νομίζεις ότι όλα σου μιλάνε, κουβέντα κανονική, εντελώς ανθρώπινη. Η θάλασσα, ο βράχος, οι πέτρες, τα χταράκια (όπως έλεγε η γιαγιά μου τις πέτρινες αναβαθμίδες), τα αγκάθια, ο ουρανός, οι φραγκοσυκιές, ο Ανδρόνικος Κομνηνός για τον οποίο είπαν ότι αν η Αυτοκρατορία μπορούσε να σωθεί, αυτός ήταν ο κατάλληλος για να το κάνει... Έτσι κι αλλιώς όμως δεν μπορούσε πια να σωθεί...

(συνεχίζεται)